ΕΝΝΟΜΟΣ logo 3

ΑΠ ποιν. 157/2020: Το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’του νέου Ποινικού Κώδικα.

Απόφαση του Αρείου Πάγου για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ του νέου Π.Κ.


Απόσπασμα της Απόφασης

Απόφαση 157 / 2020    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 157/2020

“II. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, “έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης”. Ακόμη, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. “ουδείς δύναται να καταδικασθή διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ’ ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος”, ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Νόμο 2462/1997, “κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν”. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προισχύσαντος Π.Κ., “αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις”. Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Νόμος 4619/2019), ισχύοντος από την 1η-7-2019 (βλ. άρθρο 460 αυτού). Η διάταξη αυτού αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί κανόνες έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ.. ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον”. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ., “Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό”. Επίσης, κατά μεν την παρ. 4 του άρθρου 463 του Π.Κ., “Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών”, κατά δε την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, “Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν”. Επιπλέον, κατά μεν το άρθρο 590 παρ. 1 εδάφ. α’ του Ν.Κ.Π.Δ., που άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του Νόμου 4620/2019, “Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικος. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους”, κατά δε το άρθρο 511 του ιδίου ως άνω Κ.Π.Δ., όπως το εδάφιο γ’ αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Νόμου 4637/2019 και ισχύει από την 18η-11-2019 “Αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχείο Β’. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. “Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης”. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της. Ακόμη, στο άρθρο 83 του νέου Π.Κ. ορίζεται, ότι “Όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία”.

Περαιτέρω, στον ισχύοντα από 26-6-2006 Νόμο 3459/2006 “Ναρκωτικά και Πρόδρομες Ουσίες” και το άρθρο 20 αυτού ορίζετο ότι “1. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος κατέχει και μεταφέρει ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. 2. Αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία και μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική του δράση”. Επίσης, στον ισχύοντα από 20-3-2013 Νόμο 4139/2013 “Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α’74/20/03/2013) και το άρθρο 20 αυτού (διακίνηση ναρκωτικών) ορίζεται, ότι “1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών και αναφέρεται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών,…. 3. Αν περισσότερες πράξεις κατοχής, μεταφοράς, αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνον ένα έγκλημα κατοχής και μεταφοράς. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους πράξεων κατοχής-μεταφοράς, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία”. Από τις διατάξεις των δύο προαναφερθέντων νόμων, εκ των οποίων ο πρώτος (Νόμος 3459/2006) ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο (26-6-2010) και ο δεύτερος (Νόμος 4139/2013) που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου της ουσίας (8-1-2014), ο τελευταίος περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, αφού προβλέπει κατώτερο όριο ποινής κάθειρξης από τον προηγούμενο (οκτώ έτη αντί δέκα έτη αντίστοιχα) και χρηματική ποινή που πάντως είναι ελαφρύτερη από την στερητική της ελευθερίας ποινή (από 2.900 ευρώ έως 290.000 ευρώ στην πρώτη περίπτωση και έως 300.000 ευρώ στη δεύτερη περίπτωση).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφ. α’ του Νόμου 2168/1999 “όποιος φέρει όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 1, πλην της περίπτωσης γ’ και 3 περιπτώσεων α’ και δ’ του άρθρου 1 του παρόντος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ιδίου ως άνω Νόμου, “Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι’ αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών”. Στη διάταξη περί ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άρθρο 299 παρ. 1 του Π.Π.Κ.) ορίζετο, ότι “1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου (η οποία καταργήθηκε) ή με ισόβια κάθειρξη”, ενώ στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα ορίζετο, ότι “1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)” και κατά το τελευταίο άρθρο περ. α’ του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, η ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής α) Αντί της ποινής της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών”. Στις αντίστοιχες διατάξεις περί ανθρωποκτονίας από πρόθεση, στην απόπειρα ανθρωποκτονίας και στην περί επιβολής ελαττωμένης ποινής (άρθρα 299 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 83 περ. α’ του Ν.Π.Κ.) που άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019 (Νόμος 4619/2019), ορίζονται τα ακόλουθα 299 παρ. 1 “Όποιος σκοτώσει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών”. 42 παρ. 1 “Όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (83). Τέλος, στο άρθρο 83 εδάφ. α’ και β’ ορίζεται ότι “Όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη και β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, ή κάθειρξη έως οκτώ έτη”. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του Ν.Π.Κ. ορίζεται ότι “Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή”. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 2 περί αντίστασης του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί…… καθώς και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη”, ενώ, κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 3 του Ν.Π.Κ., που τιτλοφορείται “Βία κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων” ορίζεται ότι “Αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο ή η πράξη έγινε από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη”. […]

Συνάμα, οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ του νέου Ποινικού Κώδικα, που αφορούν τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είναι ευμενέστερες των αντιστοίχων προϊσχυσασών διατάξεων του καταργηθέντος Ποινικού Κώδικα.

Ειδικότερα, διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της πρώτης ελαφρυντικής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της “νόμιμης” ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου την “έντιμης” ζωής και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδάφ. β’ του Συντάγματος “απαραβίαστη” προηγούμενη ιδιωτική οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.

Επομένως, κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ του νέου Π.Κ. είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου και, πάντως, το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της συνδρομής της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, του δικαστή δυναμένου να κρίνει στο πλαίσιο που ορίζεται από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. Ως προς την άλλη ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ., η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση, βάσει της νέας διάταξης, ακόμη και όταν αυτός υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής και αυτή η παράμετρος καθιστά ευμενέστερη την τώρα ισχύουσα διάταξη. Αντιθέτως, τόσο κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ’ του Π.Π.Κ., όσο και κατά το αντίστοιχο άρθρο του Ν.Π.Κ. ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και το ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, στο άρθρο 85 του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84), εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις”, ενώ κατά την παρ. 1 του αντίστοιχου άρθρου του Ν.Π.Κ. ορίζεται ότι “Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή”. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ζ’ Κ.Π.Δ., ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί μόνο η καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 περ. α’ του Κ.Π.Δ. “συναφή θεωρούνται μόνο τα εγκλήματα που τελούνται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους”, ενώ κατά το άρθρο 130 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα, “1. Στην περίπτωση που συμμετέχουν περισσότεροι στο έγκλημα, αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι εκείνο που είναι αρμόδιο για εκείνον από τους συμμέτοχους ο οποίος επισύρει τη βαρύτερη ποινή. Αν οι συμμέτοχοι υπάγονται σε δικαστήρια διαφορετικού βαθμού, αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι το ανώτερο. Το μικτό ορκωτό δικαστήριο θεωρείται στην περίπτωση αυτή ανώτερο από τα άλλα”. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα, είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο να δικάζει και τα άλλα συναφή εγκλήματα. Βαρύτερο έγκλημα θεωρείται εκείνο εναντίον του οποίου απειλείται στο νόμο βαρύτερη ποινή. Η κρατούσα στη νομολογία άποψη επισημαίνει ότι η καθ’ ύλην αυτή αρμοδιότητα, προσδιορίζεται από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή του ολοκληρωμένου εγκλήματος και όχι από μειωμένη ποινή που προβλέπεται για το συγκεκριμένο έγκλημα εξαιτίας συνδρομής λόγων μειώσεως της ποινής όπως λ.χ. όταν πρόκειται για απόπειρα ή απλή συνέργεια. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και κατ’ επέκταση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ανώτερο δικαστήριο. […]

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται, στα αιτήματα και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιο αίτημα είναι και αυτό περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, κατ’ άρθρο 352 του Κ.Π.Δ., επίσης, τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος ή ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αρκεί να προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, από την 1-7-2019 με το νόμο 4619/2019. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Π.Κ. θεωρούντο μεταξύ άλλων και τα υπό στοιχεία α’, δ’ και ε’ “το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του”. […]

Περαιτέρω, δεν προέκυψε η ύπαρξη περιστατικών, που να δικαιολογούν ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έζησε έως τον χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων έντιμη ζωή, η δε ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου από μόνη της δεν καταφάσκει το στοιχείο αυτό, πολύ δε περισσότερο, που κρίνεται ως συμπτωματική λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα των πράξεων, στις οποίες ενεπλάκη ο εν λόγω κατηγορούμενος. Επίσης, η τυχόν καλή διαγωγή του κρατουμένου στη φυλακή και μόνο, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται, δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ. στο πρόσωπό του. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια (μεταμέλεια) μετά τις πράξεις του και γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμο το αίτημά του περί χορήγησης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ’ του Π.Κ., όπως επίσης και τα υποβληθέντα από αυτόν αιτήματα (αυτοτελείς ισχυρισμοί) περί μετατροπής της κατηγορίας της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη ή άλλως βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη και περί μεταβολής της κατηγορίας από αντίσταση (του άρθρου 167 του Π.Κ.) σε απείθεια (του άρθρου 169 του Π.Κ.), αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετούνται αντικειμενικώς τα ως άνω αδικήματα (επικίνδυνης σωματικής βλάβης, βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης και απείθειας).

 

Κοινοποίηση
We use cookies to offer you the best possible experience on our website. By continuing to use this website, you agree to the use of cookies by us.
Accept
Privacy Policy